09/02/2026 11:56

ΕΙΔΗΣΕΙΣ

Η Λίμνη της Θερμησίας

29/01/2026 14:47
1 '
Η Λίμνη της Θερμησίας
Τις λίμνες αρχικά δούλεψε ο σπογγαλιευτικός συνεταιρισμός και στη συνέχεια ο αλιευτικός. Μια μέρα βλέπουμε ένα κομβόι αυτοκινήτων να μπαίνει στο δρόμο της λίμνης. Εκπρόσωποι της εποπτείας αλιείας, εκπρόσωπος της Εφορείας και της Αγροτικής Τράπεζας, μαζί τους και ο επόπτης των Γεωργικών Συνεταιρισμών της Αργολίδας με όνομα ή επίθετο Μάρκελος. Στο χαρτοφύλακά του είχε καταγγελία για κλεψιές στις δύο λίμνες της Θερμησίας και στα Κούμπουρνα και απάτες από τους συνεταιριστές κατά του δημοσίου. Φύλακας της Λίμνης ήταν ο Χαράλαμπος Ζαρουχλιώτης (Χαράμης).
– Ρε δεν πάτε πουθενά αλλού και να μας αφήσετε ήσυχους, τους λέει. Είμαι φύλακας εδώ πάνω από πέντε μήνες. Πότε έγιναν οι κλεψιές και όλα αυτά που τσαμπουνάτε;
Τότε έβγαλε την κόλα με την αναφορά και μας διάβασε τα φοβερά και τρομερά που αφορούσαν εμένα και τον ταμία. Ο επόπτης θεώρησε βάσιμη την καταγγελία και άρχισε τις έρευνες. Ξεκίνησε να ρωτάει από δω και από εκεί στο Θερμήσι αν κάποιος πήρε ψάρια από τη λίμνη. Φυσικά δεν βρέθηκε κανένας να βεβαιώσει τις καταγγελίες. Μετά άρχισε να ψάχνει ζυγολόγια, τιμολόγια, βιβλία που είχαν σχέση με την αγοραπωλησία των ψαριών. Η Ηρώ Λαζαρίδου ήταν ένας αληθινός θησαυρός για μας. Κρατούσε τα βιβλία του Συνεταιρισμού και κουράστηκε με όλα αυτά πάρα πολύ. Η έρευνα κράτησε πολύ καιρό και το αποτέλεσμα ενοχοποιητικό για όλους εμάς δεν προέκυψε.
Πολύ αργότερα ξεπετάχτηκε ένα καινούργιο φρούτο που το έλεγαν «ιχθυοκαλλιέργεια» και έγινε πρόταση στο Συνεταιρισμό να ασχοληθεί με αυτή τη δραστηριότητα εξασφαλίζοντάς μας γερές επιδοτήσεις από το Κράτος και την Ε.Ο.Κ. Ως εκπρόσωπος του Συνεταιρισμού και με τον Επόπτη Αλιείας πήγαμε στο Δρέπανο, στο ιχθυοτροφείο των αδελφών Στεφάνου προκειμένου να πάρουμε πληροφορίες. Στα δέκα εκατομμύρια το 40% ήταν επιδοτήσεις και κάποιες άλλες διευκολύνσεις με υπερτιμολογήσεις που θα μείωνε το κόστος της όλης δαπάνης. Ζητήσαμε από το Υπουργείο γεωργίας να μας ενημερώσει για τις προϋποθέσεις που αφορούσαν τη θαλάσσια τοποθεσία, τη μορφολογία του βυθού, τα θαλάσσια ρεύματα κ.α. πράγματι το Υπουργείο μας έστειλε έναν πλήρη φάκελο. Ο Σταμάτης Δαμαλίτης την εποχή αυτή ασχολείτο με τα συνδικαλιστικά –συνεταιριστικά και βρήκε ένα βιβλίο κάποιου καθηγητή Ιχθυολόγου σχετικό με τις ιχθυοκαλλιέργειες. Οι προϋποθέσεις που υπήρχαν τόσο στο βιβλίο, όσο και στον φάκελο του Υπουργείου δεν υπήρχαν ούτε στην Κάπαρη, ούτε στη Ντάρδιζα. Έτσι απορρίψαμε την ιδέα και την πρόταση για την ίδρυση ιχθυοκαλλιέργειας. Τότε ήταν που εμφανίστηκε ο ιδιώτης Παναγιωτόπουλος με χάρτες, μελέτες και δικαιολογητικά που έδειχναν την Κάπαρη σαν την ιδανική τοποθεσία για ιχθυοκαλλιέργεια. Έκανε και μια αίτηση στην τότε Κοινότητα ζητώντας την άδεια τοποθέτησης ιχθυοκλοβών από το νησάκι «ΚΑΠΑΡΙ» της Κουβέρτας, μέχρι τον Κάβο που στρίβει για τη λίμνη στα Ποτόκια. Ευτυχώς ο Κοινοτάρχης Γιώργος Καρακατσάνης ήρθε σε επαφή μαζί μας , γνώριζε όλες τις προηγούμενες ενέργειές μας και η αίτηση του Παναγιωτόπουλου απορρίφθηκε. Εκείνος με πείσμα συνέχισε τις ενέργειές του και εμείς συγκροτήσαμε μια ομάδα. Ακολούθησαν Κοινοτικά και Νομαρχιακά Συμβούλια για το θέμα κι εκεί πάνω στον Προφήτη Ηλία της Κουβέρτας ο Παναγιωτόπουλος έπαιξε το τελευταίο του χαρτί κι εμείς το δικό μας. Του προτείναμε την περιοχή στα Φλάμπουρα, ξέροντας εκ των προτέρων ότι δεν θα πετύχει, αφού κάθε κάβος και ξενοδοχείο και επιπλέον αν ο Σορόκος ξεκινούσε από τα παράλια της Αφρικής δεν τον σταματούσε τίποτα μέχρι τα Φλάμπουρα. Εκεί μου έκανε πρόταση δωροδοκίας και έφαγε το «σιχτίρ πιλάφι», όπως έλεγε και ο πατέρας μου και συνέχισε τηλεφωνικά ώσπου άκουσε τα «εξ αμάξης» και σταμάτησε.
Δεν σταματήσαμε εκεί, αφού υπήρχαν ενδιαφερόμενοι επενδυτές από το Ναύπλιο για την περιοχή της Ντάρδιζας για την παραγωγή γόνου τόσο για τη θάλασσα, όσο και για τη στεριά. Το κίνημα της ομάδας μας ενισχύθηκε από το Θοδωρή Γούτο, τον Κοζηνιτά και την κόρη του Αλέκα. Άρχισαν πάλι τα πάρε – δώσε στο Ναύπλιο με Συμβούλια και τις γνωστές διαδικασίες. Και εκεί που λέγαμε ότι τελειώσαμε με καλούν στο Κοινοτικό κατάστημα. Ήταν Αύγουστος μήνας κατακαλόκαιρο, παρόν και ο εκδότης της τότε τοπικής εφημερίδας Β. Γκάτσος. Ο πρόεδρος ανοίγει το χαρτί και αρχίζει να διαβάζει τη γραπτή καταγγελία που αφορούσε το πρόσωπό μου και έλεγε ότι σαμποτάριζα την ομάδα δράσης και ότι τα είχα βρει με τους ενδιαφερόμενους επενδυτές. Το διάβασμα διέκοψε ο Γούτος υπενθυμίζοντας τη δράση μου και τη στάση μου, αλλά η καταγγελία μιλούσε για δυο μάρτυρες, τον Ησαΐα Κουβαρά και τον Μερκούρη Σαρρή, που τάχατες είχα πάει στα σπίτια τους να τους πείσω να σαμποτάρουμε τις εκδηλώσεις διαμαρτυρίας. Με τον Ησαΐα δεν είχαμε καλημέρα από τότε που απαγορέψαμε το ψάρεμα της τράτας. Φεύγω πάω σπίτι του και τον κατεβάζω στην Κοινότητα, όπου διαβεβαιώνει την αλήθεια. Με τον Σταμάτη Δαμαλίτη παρέα πάμε στα Μαντράκια, βρίσκουμε τον Μερκούρη και του λέμε το γεγονός. Στο άκουσμά του άναψε καμιά δεκαριά βλαστήμιες. Εννοείται ότι δεν ξαναπάτησα στην ομάδα αυτή.
Γύρω στα 1985 κάποιοι σοφοί της Ε.Ε. είχαν σχεδιάσει και υπογράψει τη θανατική καταδίκη της παράκτιας αλιείας. Παραλαμβάναμε περίεργα έγγραφα-διαταγές στο συνεταιρισμό που έλεγαν ότι τα σκάφη της παράκτιας αλιείας θα πρέπει να είναι από επτά μέτρα και πάνω, διαφορετικά θα αποσύρονται από την παράκτια αλιεία. Εμείς θεωρήσαμε σκόπιμο να καλέσουμε τον υπάλληλο της Εποπτείας Αλιείας να κουβεντιάσουμε τις απόψεις μας. Ήρθαν δυο κοπέλες υπάλληλοι και μαζί με τον Γιάννη Φλεβαράκη τις οδηγήσαμε στο Λιμάνι που ήσαν αραγμένα πολλά σκάφη και αρχίσαμε να τους εξηγούμε: «Βλέπετε ετούτο το σκάφος; Είναι βάρκα παπαδιά πέντε μέτρα. Δουλεύει το γυαλί, με δίχτυ, με λάμπα για πυροφάνι ή χταποδιάρικο. Είναι παραδοσιακό εργαλείο της παράκτιας αλιείας και ο τρόπος αυτός της αλιείας δεν μπορεί να γίνει με σκάφος των επτά μέτρων.
Αυτό το σκάφος είναι κορίτα. Δουλεύει πυροφάνι και πυροφάνι με σκάφος των επτά μέτρων δεν μπορεί να δουλευτεί. Αυτό το σκάφος είναι κούντουλα, δουλεύει παραγάδια στην Κάπαρη και στις ακρογιαλιές, στο Δοκό και αλλού και τέλος κοπελίτσες μου η πατρίδα μας η Ελλάδα έχει θάλασσες κλειστές , νησιά το ένα δίπλα στο άλλο και είναι γεμάτη όρμους. Τα εργαλεία που προτείνονται δεν είναι κατάλληλα για το δικό μας ψάρεμα. Αφού τις κατατοπίσαμε πήγαμε στο σπίτι του Γιάννη Φλεβαράκη να συντάξουν τα συμπεράσματά τους ώστε να στείλουν τις απόψεις τους στο Υπουργείο Γεωργίας τις οποίες και μας κοινοποίησαν. Ήσαν αυτά ακριβώς που είπαμε, που είδαν και κατάλαβαν. Γύρω στα 1987 τα αφεντικά της ΕΟΚ έστειλαν άλλο μπουγιουρντί στους 57 συλλόγους των αλιέων ανά την Ελλάδα, που ήταν γραμμένο στα εγγλέζικα και δεν είχε καμία σχέση με την αλιεία. Για παράδειγμα, το ένα σκάφος από το άλλο να βρίσκεται 500 μέτρα μακριά, όταν ρίχνει δίχτυα ή παραγάδια. Τα σχοινιά των διχτυών να ήταν φτιαγμένα από τρίχες αλόγων, κάτι σαν τα καζίλια που έστριβαν οι πατεράδες μας. Τα παράμαλα των παραγαδιών να προέρχονται από τρίχες ουράς αλόγων και άλλα τέτοια που ήταν για γέλια και για κλάματα. Το περιεχόμενο της απάντησης δεν μπορώ να σας το περιγράψω, αλλά στις τελευταίες γραμμές ρωτούσαμε, πόσα άλογα θα πρέπει να έχει ένας παραγαδιάρης για να μπορεί να δένει παράμαλα από τις τρίχες της ουράς.
Κάπου μετά το 1990 θέλοντας να μειώσουν τον παράκτιο ελληνικό στόλο και την ιπποδύναμη των σκαφών, άρχισαν να μοιράζουν ευρώ για την καταστροφή των παλιών σκαφών. Με τον τρόπο αυτό καταστράφηκαν πολλά παραδοσιακά σκαριά, παραμερίστηκαν οι επαγγελματίες ψαράδες, μαζεύτηκαν εκατοντάδες άδειες αφαιρώντας το δικαίωμα στο νέο που ήθελε να ασχοληθεί με την αλιεία -εκτός αν κληρονομούσε την άδεια του πατέρα του- με την υποχρέωση να μην ξεφύγει από τα μέτρα του σκάφους. Έτσι οι νέοι άνθρωποι δίστασαν να μπουν στο επάγγελμα και ταυτόχρονα έχασαν τη δουλειά τους χιλιάδες εργάτες και ναυπηγοί ξύλινων σκαφών. Οι υπουργοί που δε γνωρίζουν αν το νερό της θάλασσας είναι γλυκό η αρμυρό έγιναν νομοθέτες, οι σύλλογοι έγιναν αποδέκτες εντολών και η εξαφάνιση της παράκτιας αλιείας ονομάστηκε επιτυχία.
Η ζωή μου στη θάλασσα είναι η ιστορία μου, δεμένη πάντα με όλους τους ανθρώπους της, που πολλοί από αυτούς δεν υπάρχουν πια. Έγραψα ορισμένες αναμνήσεις από τη ζωή μας τη σκληρή και την όμορφη, έτσι όπως τη ζήσαμε, με τις λαχτάρες, τους καημούς της, τη φτώχεια της, την εργατικότητα, τη ντομπροσύνη.
Κοινοποιήστε την ανάρτηση: